Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Ο Κύριος Κώστας και ο γιός του ο Φάνης


Ο κύριος Κώστας ήταν παιδί της κατοχής. Μόλις δεκαπέντε χρονών, στο τέλος του εμφυλίου ρίχτηκε στη βιοπάλη. Με σκληρή δουλειά 16/7/365 (όπως συνηθίζεται στις μέρες μας να εκφράζεται), κατάφερε μετά από δέκα χρόνια να στήσει μια μικρή βιοτεχνία. Με χίλια ζόρια, με θυσίες, με...
ξενύχτια και χωρίς κανέναν μπάρμπα στην Κορώνη, το ’79 κατάφερε να στήσει ένα μικρό εργοστάσιο. Τελαράδικο ή αλλιώς κιβωτιοποιία. Μεταποίηση αλλά με πρώτες ύλες ελληνικές και 100% προστιθέμενη αξία. Και το τελικό προϊόν 100% εξαγώγιμο. Μια τσίλικη δουλίτσα, με προοπτικές, νοικοκυροσύνη και σωστή διαχείριση. Ο κύριος Κώστας έφτυσε για πολλά χρόνια ιδρώτα και αίμα, μέχρι να καταφέρει να αποπληρώσει το αρχικό δάνειο με επιτόκια που μετά το ’82 εκτοξεύτηκαν σε διψήφια νούμερα. Δεν παραπονέθηκε όμως ποτέ για «τοκογλύφους» τραπεζικούς, και «ληστρικές» συμβάσεις. Διάβαζε πάντα τα δάνεια που υπέγραφε και τιμούσε την υπογραφή του όπου την έθετε με πλήρη επίγνωση. Ο κύριος Κώστας μεγάλωσε με κάποιες αρχές και αξίες που δεν του επέτρεπαν να μέμφεται τους άλλους για τις δικές του επιλογές

.

Από το ’85 και μετά, τα επιτόκια ανέβαιναν κατακόρυφα και στα δάνεια κίνησης έφτασαν και ξεπέρασαν μετά το ‘88 το 25% για ενήμερα δάνεια και πλησίαζαν το 30% για υπερήμερα. Επιτόκια που η βιοτεχνία και η βιομηχανία ήταν αδύνατον να «βγάλουν». Το εργοστάσιο μπήκε στα κόκκινα αλλά συνέχιζε να δίνει δουλειά σε καμιά 50ρια νοματαίους, όλοι Έλληνες και από την περιοχή. Ο κύριος Κώστας μετακινούνταν με έναν «σκαραβαίο» του ’68, την ώρα που πολλοί εργαζόμενοί του είχαν αρχίσει να αγοράζουν «μπιμπελό» αμάξια και οι πιο καπάτσοι εξ’ αυτών απέκτησαν δικό τους σπίτι πολύ πριν βάλει κι αυτός ένα «κεραμίδι» πάνω από το κεφάλι της οικογενείας του. Ο κύριος Κώστας, παρόλο που άρχισε να λογίζεται «χρεωμένος», ουδέποτε βαρυγκώμησε ενάντια των τραπεζών και ποτέ δεν διανοήθηκε να απασχολήσει ανασφάλιστο εργαζόμενο στη δουλειά του ή να καθυστερήσει έστω και μέρα την μισθοδοσία ή τις εισφορές των εργαζομένων του προς το ΙΚΑ. Κύριο μέλημά του ήταν η σωστή παραγωγή και οι εργάτες του εργοστασίου, που τους ένιωθε σαν μια δεύτερη οικογένειά του. Παρόλα αυτά, ο πόλεμος στην Γιουγκοσλαβία και οι επιπτώσεις του, έδωσαν την χαριστική βολή στο εργοστάσιό του. Όταν η τράπεζα το έβγαλε στον πλειστηριασμό, ο κύριος Κώστας βουρκωμένος, είδε τους κόπους μιας ζωής να καταλήγουν στα χέρια ενός τοπικού μεταπράτη. Το εργοστάσιο έγινε αποθήκη και 50 άνθρωποι πέρασαν μεμιάς στην ανεργία. Το τίμημα όμως ήταν αρκετό να εξοφληθεί η τράπεζα και καθώς ο κύριος Κώστας δεν χρωστούσε πουθενά αλλού (ΙΚΑ, Εφορία, υπαλλήλους), πήρε το «κατσαριδάκι» του, βγήκε σε μια «κουτσή» σύνταξη 700 ευρώ από το ΤΕΒΕ κι έπιασε στασίδι στο καφενείο της γειτονιάς. Ευθύς, καλοστεκούμενος και καλόβολος, ένιωθε μέσα του πως κάτι έκανε κι αυτός σε τούτη τη ζωή και η μεγαλύτερη ανταμοιβή του ήταν η ζεστή καλημέρα των πρώην εργατών του, πολλούς από τους οποίους είχε «βγάλει» ο ίδιος στην σύνταξη (οι περισσότεροι μάλιστα λόγω «βαρέων και ανθυγιεινών» έπαιρναν περισσότερα χρήματα από τον ίδιο). Ούτε γι αυτό είχε να πει κακή κουβέντα ο κύριος Κώστας, μιας και αναγνώριζε μέσα του πως ήταν δικό του λάθος που δεν είχε επιλέξει ανώτερη κατηγορία από την βασική του ΤΕΒΕ, όλα αυτά τα χρόνια που ήταν ασφαλισμένος στο ταμείο του.

Ο Φάνης ο γιος του κύριου Κώστα ήταν παιδί της μεταπολίτευσης. Μόλις δεκαπέντε ετών όταν ο Ανδρέας ανέβηκε στην εξουσία, μεγάλωσε κι ανδρώθηκε την δεκαετία του ’80. Ο Φάνης κόντευε τα 30 όταν πλειστηριάστηκε από την τράπεζα το εργοστάσιο του πατέρα του. Δεν είχε στην πλάτη του ούτε ένα ένσημο, το μόνο θετικό στην μέχρι τότε ζωή του ήταν ένα σκάρτο πτυχίο από ΤΕΙ που ίδρωσε 7 χρόνια για να το πάρει και η θητεία του ως έφεδρος αξιωματικός στο πεζικό. Ξαφνικά, ο Φάνης, γομάρι ολόκληρο πια, αντελήφθη πως έπρεπε να κερδίσει το δικό του ψωμί. Όμως 15 χρόνια μεταπολίτευσης είχαν αλλάξει πολλά σε νοοτροπίες, στόχους και αρχές των Ελλήνων. Ο Φάνης πάντα αποκαλούσε τον πατέρα του κορόιδο, είλωτα και θύμα των τραπεζών. Ο Φάνης ήθελε πολλά λεφτά, λίγη δουλειά και ει δυνατόν καμιά υποχρέωση. Γύρω του έθαλλαν τα λαμόγια και οι αεριτζήδες του παπανδρεϊσμού και το εύκολο και αδούλευτο χρήμα θα μπορούσε να εκμαυλίσει ακόμη και αυτούς που μεγάλωσαν με άλλα παραδείγματα. Ο Φάνης δεν ήταν εξαίρεση. Επί χρόνια «έστηνε» δουλειές του ποδαριού και της μεγάλης κονόμας. Ξεκίνησε από ένα σχετικά σεμνό και ταπεινό εμπορικό, για να μεταπηδήσει αργότερα στις υψηλής απόδοσης και ελάχιστου ρίσκου επιχειρήσεις που ανθούσαν με τα λεφτά της ΕΟΚ αρχικά και της ΕΕ αργότερα. Επιχείρηση πληροφορικών συστημάτων, ΚΕΣ, ΚΕΚ, σύμβουλος επενδύσεων, «τζάνκι» του χρηματιστηρίου στο τέλος. Ο Φάνης έβγαλε μπόλικο αδούλευτο χρήμα όπως ακριβώς ονειρευόταν. Όμως μεγαλωμένος με άλλες αξίες και αρχές, ξόδευε πάντα περισσότερα από όσα έβγαζε. Το κενό, το αναπλήρωναν πρώτα τα δανεικά, μετά οι υπεραποδόσεις των μετοχών, μετά οι υπεξαιρέσεις από χρήματα των επενδυτών. Μετά το τέλος της χρηματιστηριακής «φούσκας» ο Φάνης βρέθηκε στο κενό. Δεν χρωστούσε αλλά δεν είχε και μία στο παντελόνι. Τότε ήρθαν οι κάρτες. Γέμισε το πορτοφόλι του με πλαστικό, εύκολο χρήμα και συνέχισε αμέριμνος να ξοδεύει. Πότε-πότε, όταν βούλωναν όλες οι τρύπες, έριχνε και κάνα μεροκάματο όπου έβρισκε, μέχρι να καταφέρει να εκδώσει καινούριες κάρτες με συνεχώς αυξανόμενη μεταφορά υπολοίπων.

Η κρίση βρήκε τον Φάνη με ένα συνολικό χρέος άνω των 100.000 ευρώ άλλα σε καταναλωτικά άλλα σε κάρτες άλλα σε λογαριασμούς κινητής τηλεφωνίας και άλλα σε γνωστούς και φίλους. Οι τράπεζες άρχισαν να του τηλεφωνούν, καινούριο δάνειο αδύνατον να βγάλει, κλείστηκε στο πατρικό του και δεν σήκωνε τηλέφωνο, για να μη συναντά στο δρόμο όσους χρωστούσε. Και μετά, ο Φάνης ξαφνικά, από λαμόγιο, αεριτζής και κηφήνας, μετατράπηκε εν μία νυκτί σε «θύμα» των τοκογλύφων τραπεζιτών που έπιναν το αίμα των δύστυχων δανειοληπτών τους με το μπουρί της σόμπας. Όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν αναθεμάτιζε το «σύστημα» που συνωμότησε με τους «ευρωναζί» για να καταστρέψουν από κοινού την φτωχή πλην τιμία πατρίδα μας. Πρώτος στην πλατεία με τους «αγανακτισμένους» μαζί με κάτι «αναξιοπαθούντες» της ΔΕΗ και της ΔΟΥ και παρέα με συνταξιούχους (στρατιωτικούς και μη) των 40-45 ετών. Πρώτος στα καφενεία και τις καφετέριες να καταριέται την τρόικα και τους «προσκυνημένους» ευρωλάγνους που είναι έτοιμοι να μας ξεπουλήσουν στην Μερκελ. Και φυσικά πρώτος στην ιταμή διεκδίκηση των αμετανόητων – ανόητων για καθολική «σεισάχθεια» όλων των δανείων. Μια «σεισάχθεια» κομμένη και ραμμένη στα μέτρα όσων λαμόγιων βρέθηκαν με τη θηλιά στο λαιμό, χωρίς κανείς να τους φταίει και χωρίς τίποτε να προσφέρουν στην υπόλοιπη κοινωνία, εκτός από την κατανάλωση των δανεικών σε «μαγαζιά» και «επιχειρήσεις» που ειδικεύονταν σε τέτοιου είδους υπηρεσίες προς τέτοιου είδους «λεφτάδες».

Τώρα τελευταία, ο Φάνης με χίλια παρακάλια κατάφερε τα δόλια τη μάνα του να του αγοράσει ένα λάπτοπ. Κλέβοντας το ίντερνετ από το γείτονα, είναι όλη μέρα σχεδόν on line! Που τον χάνεις που τον βρίσκεις τρολάρει καθημερινά σε ιστολόγια άποψης και κατακεραυνώνει εκ του ασφαλούς όλους αυτούς που εκφέρουν γνώμη διαφορετική από την δική του. Μιλά για κοινωνικούς αυτοματισμούς, νεοφιλελεύθερα βαμπίρ, ανθρωποφαγικές πολιτικές. Βρίζει νυχθημερόν τους Γερμανούς, τη Μέρκελ, τους εξαποδώ. Υποστηρίζει ευφάνταστα συνωμοσιολογικά σενάρια περί καταστροφής της χώρας και των Ελλήνων. Σκούζει, φωνάζει και κόπτεται για επιστροφή στη δραχμή, για διαγραφή τω δανεικών, για απελευθέρωση της χώρας. Ανακατεύει τον Κολοκοτρώνη, τον Λεωνίδα, τον Παπαφλέσσα και όποιον άλλον ήρωα του έρχεται στο θολωμένο μυαλό του. Οραματίζεται επαναστάσεις του γλυκού νερού, αγώνες, πολέμους, δόξες και φαντάζεται τον εαυτό του έφεδρο ταγματάρχη να ηγείται εκστρατευτικού σώματος που θα καταλάβει το … Βερολίνο. Εν τω μεταξύ, ακόμη και τώρα, ο Φάνης το λαμόγιο, που δεν δούλεψε σχεδόν ποτέ στην ζωή του, απολαμβάνει τα τελευταία ψίχουλα της προηγούμενης δόξας του, καθώς (ελέω νόμου και κρατικώ δικαιώματι) μπορεί να παραγγέλνει σε ξεφτιλιστικές τιμές το φαγητό του από την τοπική Λέσχη Αξιωματικών ως έφεδρος αξιωματικός που είναι τρομάρα του!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου